Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

88 - Το Μπουκέτο της Ψυχής

 88 - Το Μπουκέτο της Ψυχής 



Μια Καλημέρα, ένα Χαμόγελο, κι ένα Φιλί στον αέρα ! 



Το Φιλί σου, μεταμορφώθηκε σε Πεταλούδα.

Ήρθε και κάθισε, πάνω στο δικό μου Άνθος. 





Το Άνθος, είναι η ανώτερη θέαση, 

(Άνω Θεά), 

μέσα στην Σκέψη μου, στο ναό της Ψυχής μου.




Η Πεταλούδα σου, 

μετέφερε τη γύρη από το Λουλούδι το οποίο ξεκίνησε, 

δηλαδή, από εσένανε Ψυχή μου.



Η Δράση, έφερε Ανάδραση.



Αμέσως, στον κήπο της Ψυχής μου, 

το Άνθος του Λουλουδιού μου, 

γονιμοποιήθηκε και πολλαπλασιάστηκε. 




Έγινε ένα Μπουκέτο Ψυχικών λουλουδιών, 

για να σου ανταποδώσω το Άρωμα, 

στην δική σου Ψυχή !

 

-Ψυχή μου !




Ευχαρίστησα εξωτερικά μ’ ένα Χαμόγελο. 

Έτσι, ανταπέδωσα την Χαρά την οποία μου προσέφερες.




-Ψυχή μου ! 


-Εφτασε η ώρα, να ενδυθείς Υπομονή, 

να διαβάσεις μία μακρά Μαντινάδα, που έγραψα για σένα.



Εγώ μπορεί, να μη μπορώ, 

παλάτια να σου δώσω.  


Μα την Ψυχούλα σου, μπορώ, 

εγώ να ξαλαφρώσω.


Μία Ιστορία θα σου πω, 

θα σου εξιστορήσω.


Το μόνο που επιθυμώ, 

να σε χαροποιήσω. 


Μία Πεταλούδα όμορφη, 

έφυγε από σένα.


Και ήρθε και εκάθισε, 

καρδούλα μου σε μένα.


Δώρο εσύ, την έστειλες, 

για να μ’ ευχαριστήσεις.


Δώρο κι εγώ ετοίμασα, 

εσύ να ευτυχήσεις.


Δεν πιάνεται, δεν τρώγεται, 

ίσως δεν έχει Αξία. 




Μα ξέρεις, κόπο έκανα, 

την προετοιμασία …


Αόρατο είναι αυτό, 

μ’ αληθινό Ψυχή μου. 


Ένα Μπουκέτο της Ψυχής,

για σένανε Ζωή μου.


Το πήρα, το ετύλιξα, 

να σου το παραδώσω.


Κάθε Ανθάκι, μια Ευχή, 

σε σε, ν’ αφιερώσω.


Εσύ να ξέρεις, πώς εγώ,

σε έχω στο Μυαλό μου.


Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό,

μικρό μου, φυλαχτό μου.


Καρδιά μου, εσύ έγινες, 

το παραμιλητό μου.


Με σένα λέω ξεκινά, 

και φεύγει η ημέρα.




Και δεν μπορώ τα μάτια μου, 

να κλείσω όλη μέρα.


Ολημερίς σε σκέφτομαι, 

το βράδυ αναστενάζω.


Με σένανε Αγάπη μου, 

ξυπνάω και βραδιάζω. 


Εσένανε εγώ ποθώ, 

και νιώθω πως αλλάζω.


Κάτι έπαθε η καρδούλα μου

σταματημό δεν έχει.


Μήπως να τρέξω στο γιατρό, 

να πάω να δω τι έχει;


Χτυπάει τόσο γρήγορα,

νομίζω πως θα σπάσει.


Πήγα και μου ‘πε : 

Ηρέμησε, ησύχασε λιγάκι.


Να αναπνέεις πιο αργά, 

μήπως καταλαγιάσει.




Σαν μια βαρκούλα τρύπησε, 

και νιώθεις πως βουλιάζεις.


Σε συναισθήματα βαθιά, 

σε κάνει να τρομάζεις.


Μετά μου είπε : 

Ξάπλωσε, κοιμήσου βρε λιγάκι. 


Να χαλαρώσεις θέλω εγώ, 

τώρα στο κρεβατάκι.


Ευθύς αμέσως έφυγα, 

και πήγα στο σπιτάκι.


Πρέπει εγώ να κοιμηθώ,

να κλείσω λίγο μάτι.


Μήπως ξανά εκεί σε δω, 

και μήπως γίνει κάτι.


Εσύ, μου λείπεις μάτια μου, 

μου λείπεις βρε ζωή μου. 


Μήπως το λένε Έρωτα, 

μήπως το λένε Πόθο ; 




Δεν ξέρω βρε Ψυχούλα μου, 

αλήθεια εγώ, τι νιώθω.


Μην πάει ο νους σου στο κακό,

στο πονηρό Ψυχή μου.


Εγώ απλά επιθυμώ,

να σ' έχω στη ζωή μου.


Αχ, να μπορούσα να σε δω, 

από κοντά λιγάκι.


Να σου διαβάσω γρήγορα, 

κι ένα παραμυθάκι.


Το ξέρω είμαι άτακτος, 

εγώ απέναντί σου. 


Όμως να είσαι σίγουρη, 

δεν μπαίνω στην αυλή σου.


Τον σέβομαι τον κήπο σου, 

κι απλά τον εθαυμάζω.


Αν δεν μου πεις εσύ να μπω, 

απ’ έξω κοντοστάζω.




Θαυμάζω ετούτη τη μορφή, 

που έχει το κορμί σου.


Μία πιότερο υποκλίνομαι, 

για την ανατροφή σου.


Αυτή που σε μεγάλωσε,

αξίζει χίλια δώρα.


Το όνομά της, ‘γω θαρρώ, 

πώς θα ‘τανε Πανδώρα.


Γιατί, δώρο σε έκανε, 

σε τούτη εδώ τη πλάση. 


Ο κόσμος όλος να σε δει 

και ναι, να σε θαυμάσει.


Ήρθαν και κάποιοι τυχεροί, 

κοντά σου και σε είδαν.


Στο Ψυχικό σου άρωμα, 

αυτοστιγμής χαθήκαν.


Το ίδιο έπαθα κι εγώ, 

όταν σε πρωτοείδα. 




Σε μύρισα, και έχασα, 

κι εγώ την όσφρησή μου.


Το άρωμα όμως έμεινε, 

για πάντα στη ζωή μου.


Αυτή την εμπειρία μου, 

ήθελα να σου γράψω. 


Μα πες μου, χώρο πού να βρω, 

αυτά να τα συντάξω ;


Έτσι εγώ το θέλησα, 

να μπεις σε μια σελίδα.


Το βλέπεις όμως, δεν χωράς, 

στα χάρτινα τα φύλλα.


Ευθύς κι εγώ κινήθηκα, 

μέσα στην εποχή μας.


Και στο pc το έγραψα, 

αντί για το χαρτί μας.


Ψηφιακό το έγγραφο, 

για σένανε Ψυχή μου.




Για να μπορώ να γράψω εδώ,

την σκέψη την δική μου.


Συγχώρεσε με κούκλα μου, 

για την υπερβολή μου. 


Ταξίδι τώρα ξεκινώ, 

με σε συνεπιβάτη.


Μα μήπως είμαι μόνος μου,

και είσαι οφθαλμαπάτη ;


Το ταξιδάκι μου αυτό, 

για σένα θα χαράξω.


Να ξέρεις, το ξεκίνησα,

και θέλω να το φτάσω.


Μη με ρωτήσεις όμως που, 

δεν έμαθα ακόμη.


Στον τόπο που επιθυμείς, 

εγώ θα βάλω πλώρη.


Στον κόσμο που ταξίδεψα, 

ένα μονάχα είδα.




Την έλλειψή σου, κι αυτή, 

ονόμασα Ελπίδα.


Ελπίδα μήπως και σε βρω, 

και σε, να συναντήσω.


Και την ζωή μου πάλι εγώ, 

ευθύς να ξαναρχίσω.


Και εκεί που ήμουν έτοιμος, 

και πάλι να σαλπάρω.


Μόλις εγώ σ’ αντίκρισα, 

χρειάστηκα ένα θάρρος.


Ότι κι αν κάνω, ότι κι αν πω, 

να μην σου γίνει βάρος.


Μια σκέψη νέα, ένα όνομα, 

πρέπει να σου χαρίσω. 


Και με αυτό το όνομα, 

τον κόσμο να φωτίσω.


Όνομα νέο σου ‘δωσα, 

και αυτό είναι, ο Φάρος.




Γιατί εσύ με φώτισες, 

να μη με πάρει ο Χάρος.


Εσύ μου έβαλες το Φως, 

μες στη δική μου Ουσία. 


Και η ζωή μου απέκτησε, 

τεράστια αξία.


Το Φως σου σαν αντίκρισα, 

θέλησα να το πάρω. 


Μες στη καρδιά, ζωούλα μου, 

για πάντα να το βάλω.


Σου είπα και νωρίτερα, πως …

Νιώθω πως βουλιάζω.


Μα με το Φως σου τώρα πια,

φωτίζω και αλλάζω.


Ναι, τώρα δεν φοβάμαι πια, 

απέκτησα Αξία.


Γιατί ποτίζεις το μυαλό, 

με Φως και με Ουσία.




Ψυχούλα μου σαν θάλασσα, 

 σε βλέπω εγώ καλή μου.


Και ταξιδεύω εκεί εγώ, 

σε σένανε ζωή μου.


Στην θάλασσά σου κολυμπώ,

και πλέω σ' ευτυχία.


Εκεί μπορείς Ψυχούλα μου, 

να φέρνεις τρικυμία.


Εκεί που οι άλλοι βούλιαξαν,

και χάθηκαν σαν πλοία.


 Όμως μεταμορφώνεσαι, 

και γίνεσαι σαν λάδι. 


Έτσι ώστε οι Ψυχούλες τους, 

να μην βρεθούν στον Αδη. 


Αγάπη και συμπόνια, 

βρίσκεται στην Ψυχή σου. 


Ολημερίς θα τραγουδώ, 

για την υπεροχή σου.




Εγώ δεν σε κυνήγησα, 

στο λέω να το ξέρεις.


Δεν ξέρω, να ‘τανε γραφτό, 

μήπως εσύ το ξέρεις ;


Έπεσα εγώ να κοιμηθώ, 

να ξαποστάσω λίγο.


Όμως, μάτι δεν έκλεισα, 

από την προσμονή μου.


Να ξημερώσει σύντομα, 

για την αποστολή μου.


Και τώρα τρέχω γρήγορα, 

ξανά στο περιβόλι.


Στο περιβόλι της Ψυχής,

εκεί να κατοικήσω. 


Τα όνειρα μου γρήγορα, 

εγώ να τα ταΐσω. 


Με Φως και Ουσία για τροφή,

αυτά να μεγαλώσουν. 




Στην Ανθρωπότητα ξανά, 

τα άνθη τους να δώσουν.


Λουλούδια πήγα στης Ψυχής, 

τον κήπο μου να κόψω.


Καθε λουλούδι, σκέψη μου, 

σε σε να παραδώσω.


Το άρωμα μου, της Ψυχής 

από πολλά λουλούδια. 


Θα γίνουν ίσως, κάποτε, 

και όμορφα τραγούδια.


Ναι, της Ψυχής το άρωμα, 

σε σε αφιερώνω.


Το άρωμά μου να φοράς 

κι εγώ να καμαρώνω.


Να το διαβάζεις θέλω εγώ, 

και εκεί να ταξιδέψεις. 


Να βρεις αυτόν που το γράψε,

και να τον συγχωρέσεις.

 



Να τον χωρέσεις, στης καρδιάς, 

το σπίτι σου εκεί μέσα. 


Γιατί είναι αυτός ειλικρινής, 

είναι γεμάτος μπέσα.


Στην τράπεζα σου Αγάπη μου, 

να τρώει κι αυτός μαζί σου.


Να τρέφεται η Ψυχούλα του, 

από τα ψίχουλά σου.


Το φαγητό σου, είναι πάντοτε, 

Νέκταρ και Αμβροσία.


Και το προσφέρεις με χαρά, 

για την Αθανασία. 


Αθανασία των θνητών, 

χαρίζεις, σ’ όποιον σ' έχει. 


Να χαίρεται, να γεύεται, 

το Φως, το άρωμα σου. 


Σ' ευχαριστώ που μ’ άφησες, 

να δω, μες την καρδιά σου.




Να δω την έδρα της Ψυχής, 

ζωή μου, Άγγελε μου.


Σαν είδα όμως πιο καλά, 

στο βάθος της καρδιάς σου.


Διάλεξα ν' αγωνιστώ, 

να μείνω εδώ κοντά σου.


Είναι για μένα θεμιτό, 

να θέλω ότι θέλω.


Μα, πρέπον είναι και σωστό, 

κι ο άλλος να το θέλει !


Το πρέπει, είναι της αρχής, 

το πρέπον, της Αξίας.


Το πρώτο είναι πίεση, 

το άλλο ελευθερία.


Από νωρίς το ένιωσα, 

το Ψυχικό το Κράμα.


Και θέλησα αργά αργά, 

μαζί σου, εκεί να φτάσω.




Γι’ αυτό σου έγραψα αυτά,

να σε προετοιμάσω. 


Ψυχή μου, εγώ δεν θέλησα 

ποτέ, να σε τρομάξω. 


Κι αν το ‘κανα, συγνώμη εγώ, 

να βγω να το φωνάξω.


Χαρά μόνο εγώ, 

ήθελα να σου δώσω.


Κι αν δεν το κατάφερα, 

Ψυχή μου, να μην σώσω.


Ζωή μου, αν δε σου άρεσε, 

αυτό το ποιηματάκι.


Να το ξεχάσεις, σου ‘γραψα, 

κι ένα παραμυθάκι.


Ψυχή μου, αν κι αυτό, 

καθόλου δε σ’ αγγίξει.


Να τα πετάξεις, και τα δυο,

στης λησμονιάς την λίμνη.




Ευθύς, αμέσως, γρήγορα, 

στον πάτο της να πάνε.


Και την Ψυχούλα σου ποτέ, 

να μην στενοχωράνε.


Το ξέρω, πως σε κούρασα, 

και σου ζητώ συγνώμη. 


Την ιστορία για να πεις, 

θέλει κι αυτο μία τόλμη.


Το ξέρω, πως δεν ήθελες, 

τίποτα να σου γράψω. 


Μα ρωτά κι εμένανε, 

κοντεύω πια να σκάσω.


Εξομολόγηση Ψυχής, 

είναι αυτή το ξέρεις.


Όμως εγώ στην φυλακή, 

δεν μπαίνω κι ας το θέλεις.


Εγώ είμαι ελεύθερος 

και Αγαπώ Εμένα. 




Γιατί εγώ Αγάπησα, 

καρδούλα μου, Εσένα.


Την ιστορία αυτή, 

για να τηνε διαβάσεις. 


Αστρόπλοιο σου έφτιαξα, 

να φύγεις να πετάξεις.


Αυτά, δεν γίνονται εδώ,  

σ’ αυτόν εδώ το χώρο. 


Μα οι Ψυχές μπορούνε, ναι,

αρκεί να θέλουν μόνο.


Καρδιά μου, σ’ αποχαιρετώ 

γεμάτος αρμονία.


Το είναι μου, τώρα κολυμπά 

μέσα στην ευτυχία.


Αν λύπη σου δωσα εγώ, 

στα βάσανα σου πάνω.


Όταν με δεις από κοντά, 

να μη μου τη χαρίσεις. 



Αυτή μου την θρασύτητα, 

να ρθεις, να χαστουκίσεις.


Αν όμως σου δωσα χαρά,

στις λύπες σου επάνω.


Την πεταλούδα σου ξανά, 

να στέλνεις, να την πιάνω.


Η ιστορία έφτασε, 

ετούτη εδώ στο τέλος.


Μα μη νομίσεις πως ποτέ, 

 για ‘με, θα γίνεις τέλος.


Κι ο λόγος είναι μία πληγή : 

 Του Έρωτα το βέλος !


Η γιατρειά μου είσαι εσύ, 

καρδούλα μου, Ψυχή μου.


Όταν σε έχω στο μυαλό, 

στη σκέψη τη δική μου.


Σ’ ευχαριστώ από καρδιάς, 

Ψυχή μου, Άγγελε μου.


Φως, Τριανταφυλλάκι μου, 

Ανώτερε Εαυτέ μου !







-Ψυχή μου ! 

-Σ’ ευχαριστώ για την Πεταλούδα που μου έστειλες !


https://online.fliphtml5.com/afjij/unku/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

0 - Αυτοπαρουσίαση - Η Διαθήκη του Ά-Γνωστού

0 - Η Διαθήκη του Ά-Γνωστού - Αυτοπαρουσίαση